When life gives you lemons...


Όταν βγαίνεις από την ασφαλή σου φούσκα στην οποία παρέμεινες για πολύ πολύ καιρό είτε από συνήθεια είτε από φόβο να περπατήσεις απροστάτευτος, είναι επόμενο να σκοντάψεις και να πέσεις, και να πονέσεις φοβερά, γιατί δεν ήξερες τι πάει να πει σκοντάφτω, και είχες ξεχάσει πώς είναι να πέφτεις κι ίσως μέσα από τη φούσκα σου έβλεπες τους άλλους να πέφτουν κι έλεγες σιγά μωρέ, πώς κάνουν έτσι. Αυτό που δεν έβλεπες, γιατί δεν βλέπεις αυτά που δε σε αφορούν άμεσα, ήταν πως σηκώνονταν και μάθαιναν να προσέχουν πχια πού πατάνε, και δεν πέφτουν τόσο εύκολα, δεν πονάνε το ίδιο, είναι πιο δυνατοί από σένα που νόμισες πως ποτέ ξανά στη ζωή σου δε θα πέσεις, τάχα σε προστάτευε αυτή η λεπτή αόρατη μπάλα, έτσι νόμιζες... 

Και τα έκανες όλα στην άκρη από τον ενθουσιασμό σου μόλις άρχισες να περπατάς. Πόσο συναρπαστικό να περπατάς έξω από το ένα μέτρο που σε περιέβαλε, πόσο εντυπωσιακό να ανακαλύπτεις τις δυνατότητές σου, τόσο λαμπερός ο ήλιος, δεν έβλεπες καλά, δεν θυμώσουν να περπατάς ελεύθερος, ίσως να μην έμαθες και ποτέ, ίσως και να ήξερες κάποτε μα σίγουρα το 'χες ξεχάσει. Κοίταζες ψηλά, πιο ψηλά απ' ότι έφτανες, σηκωνόσουν στις μύτες για να πάρεις όλο αυτό το διαφορετικό που ζούσες, να το νιώσεις μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής σου, και δεν ήσουν εσύ, ήσουν μεθυσμένος από το φως, ζαλισμένος από τα όνειρά σου, από την τρελή σου φαντασία, νόμιζες πως όλα, τα πάντα έξω από τη φούσκα σου ήταν ακίνδυνα, τέλεια, φωτεινά. Έκανες στην άκρη την προηγούμενη ζωή σου, τον εαυτό σου, τη δική σου μουσική κι ακολούθησες μια ξένη που σου φάνηκε τόσο όμορφη, τόσο μελωδική. 

Και χόρεψες με την μουσική αυτή, δίχως να καλοξέρεις τα βήματα, ζαλισμένος στο φως, απρόσεχτος, με τα μάτια κλειστά. Μα δεν ήσουν μέσα στη φούσκα σου, ούτε και θα ήσουν ποτέ ξανά. Δεν είδες το κενό κάτω από τα πόδια σου, δεν κατάλαβες πώς βρέθηκες εκεί μέσα, είδες μόνο τον κόσμο σου ξαφνικά να σκοτεινιάζει. Ξερά ξύλα σου πλήγωσαν τα γόνατα. Τι πόνος. Βαθύς κι έντονος. Τον έχεις ξαναζήσει. Φυσικά κι έχεις ξαναπέσει κι εσύ πριν μπεις στη φούσκα σου. Ίσως γι' αυτό και δεν την αποχωριζόσουν εύκολα και είχες γραπωθεί από πάνω της ακόμα κι όταν πια την έβλεπες μουδιασμένος να εξαφανίζεται μπροστά στα μάτια σου. 

Σκοτάδι. Πού πήγε το φως σου; Πώς σταμάτησε ξαφνικά η μουσική που χόρευες; Είχες τα μάτια σου κλειστά και δεν την είδες να σταματάει να παίζει για σένα. Και τι μεγάλος πόνος στα γόνατά σου. Δεν μπορούν να σε κρατήσουν. Δε μπορούν να σε σηκώσουν. Θα είναι έτσι για πάντα; Θα πέσεις πολλές ακόμα φορές; Θα πονάει πάντα το ίδιο; Κι αν μετά από αυτή την πτώση δεν είσαι ποτέ πια ο ίδιος; Δε θα είσαι! Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Κοιτάς ψηλά. Το φως είναι ακόμα εκεί, σε περιμένει να βγεις. Κι η μουσική που ακούγεται; Είναι η δική σου μουσική, ποιος σου είπε ότι δεν υπήρχε πια μουσική στον κόσμο; Προσπαθείς να σκαρφαλώσεις, να βγεις από το σκοτάδι. Δεν μπορείς να προχωρήσεις πολύ. Τα πληγωμένα σου γόνατα σε κρατάνε κάτω. Πέφτεις πάλι. Όμως ξαναπροσπαθείς. Ακούς έξω από το σκοτάδι σου κι άλλες μουσικές, μουσικές που τις ξέρεις και σου τραγουδάνε για να σου δώσουν δύναμη. Δεν μπορούν να θεραπεύσουν τις πληγές σου, είναι όμως εκεί για να σε τραβήξουν έξω. Δεν υπάρχει περίπτωση να σε αφήσουν στο σκοτάδι.

Ο πόνος θα περάσει. Και οι πληγές σου θα κλείσουν. Θα δεις πως θα ξαναχορέψεις, θα ξαναδείς το φως, θα ξαναμεθύσεις, μπορεί πάλι να ζαλιστείς και σίγουρα θα ακολουθήσεις μιαν άλλη υπέροχη μουσική. Μα δε θα σιγάσεις τη δική σου. Δε θα αλλάξεις τις δικές σου νότες για να ταιριάζουν σε μιαν άλλη μελωδία. 

Κι όταν βγεις από το σκοτάδι, θα κοιτάξεις πίσω σου και θα δεις πως δεν ήταν τόσο βαθύ τελικά. Απλά είχες ξεχάσει να προσέχεις. Είχες ξεχάσει να πέφτεις. Αυτό ήταν όλο. Θα θυμάσαι πως ακολούθησες μια μουσική που νόμισες πως ήταν σαν τη δική σου. Μα δεν ήταν. Ίσως την ακούσεις κάποια στιγμή τη μουσική που σου ταιριάζει. Ίσως και όχι. Αυτό που μετράει είναι να ακούς τη δική σου μουσική. Και να μη χρειάζεσαι φούσκες για να νιώσεις ασφάλεια. Γιατί στο κάτω κάτω πάλι σε μια φούσκα δεν προσπάθησες να μπεις;

0 σχόλια